σίο

το / σίον, ΝΜΑ
γένος, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια σκιαδοφόρα ή απιίδες τής τάξης σκιαδανθή, με 15 περίπου είδη πολυετών ποών τού βόρειου ημισφαιρίου, γνωστό σήμερα και με την κοινή ονομασία νεροσέλινο
αρχ.
1. το φυτό βερονίκη η αναγαλλίς
2. το φυτό άνησον*, το γλυκάνισο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ηλιοστάσιο — Χρονική στιγμή κατά την οποία η φαινόμενη απόσταση του Ήλιου από τον ουράνιο ισημερινό είναι μέγιστη. Εναλλακτικά, η χρονική στιγμή κατά την οποία το επίπεδο που ορίζεται από τον άξονα της Γης και το κέντρο του Ήλιου είναι κάθετο στην εκλειπτική …   Dictionary of Greek

  • ιπποστάσιο — το (Α ιπποστάσιον) τόπος όπου διαμένουν ίπποι ή άλλα υποζύγια, στάβλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο) * + στάσιο (< ασθενές θ. στᾰ τού ἵστημι + κατάλ. σιο), πρβλ. βου στά σιο, εργο στά σιό] …   Dictionary of Greek

  • κωδωνοστάσιο — και κωδωνοστάσι, το μικρός πύργος εκκλησίας από την οροφή τού οποίου είναι αναρτημένες οι καμπάνες, καμπαναριό. [ΕΤΥΜΟΛ. < κώδων + στάσιο < ασθενές θ. στă τού ἵστημι (πρβλ. ἕ στă μεν, στᾰτός) + κατάλ. σιο (πρβλ. εργο στά σιο, ηλιο στά σιο) …   Dictionary of Greek

  • εργοστάσιο — το (Μ ἐργοστάσιον) νεοελλ. το σύνολο τών κτισμάτων, εγκαταστάσεων, μηχανημάτων σε ορισμένο χώρο για τη μεταποίηση αγαθών μσν. εργαστήριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < έργο + ασθενές θ. στᾰ του ίστημι (πρβλ. έ στα μεν, στᾰ τός) + κατάλ. σιο (πρβλ. μηχανο στά σιο …   Dictionary of Greek

  • κτηνοστάσιο — το (AM κτηνοστάσιον) τόπος όπου ζουν κτήνη, στάβλος, μάντρα ζώων. [ΕΤΥΜΟΛ. < κτῆνος + στάσιο(ν)*, πρβλ. εικονο στά σιο, εργο στά σιο] …   Dictionary of Greek

  • ρεύματα θαλάσσια — Συνεχείς και με σταθερή διεύθυνση μετατοπίσεις μαζών νερού στους ωκεανούς· μπορούν να είναι οριζόντιες κινήσεις (είτε στην επιφάνεια είτε σε βάθος) ή κάθετες (με ανυψώσεις και καταβυθίσεις των μαζών νερού) και να παρουσιάζουν διεύθυνση, πλάτος,… …   Dictionary of Greek

  • Boustrophedon — Boustrophédon Une inscription en boustrophédon du Ve siècle av. J. C. ; trouvée à Gortyne, dans l île de Crète On qualifie de boustrophédon le tracé d un s …   Wikipédia en Français

  • Boustrophédon — Une inscription en boustrophédon du Ve siècle av. J.‑C. ; trouvée à Gortyne, dans l île de Crète On qualifie de boustrophédon le tracé d un système d écriture qui change alternativement de sens ligne après ligne, à la manière du bœ …   Wikipédia en Français

  • κανονιοστάσιο — το το πυροβολείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ο τ. κανονιοστάσιο αντί τού αναμενομένου κανονοστάσιο (βλ. λ. κανονιοβολώ) κανόνι(Ι) + στάσιο (< ασθενές θ. στᾰ τού ἵστημι, πρβλ. ἔ στα μεν, στατός, + κατάλ. σιο), πρβλ. εικονο στάσιο, εργο στάσιο] …   Dictionary of Greek

  • κοιμησιό — κοιμησιό, το (Μ) ύπνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοιμοῦμαι, κατά τα ουσ. σε ιό / σιό (πρβλ. καθισ ιό, τεμπελ ιό)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.